καθολίκευση

καθολίκευση
[-ις (-εως)] η обобщение, генерализация

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "καθολίκευση" в других словарях:

  • καθολίκευση — η γενίκευση: Από μερικότερες περιπτώσεις πρέπει να φτάνουμε στην καθολίκευση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καθολίκευση — η η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καθολικεύω, γενίκευση. [ΕΤΥΜΟΛ. αντί τού γενίκευση < καθολικεύω, ως απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. generalisation. Η λ. μαρτυρείται από το 1805 στον Βενιαμίν Λέσβιο] …   Dictionary of Greek

  • γενίκευση — η 1. καθολίκευση 2. η καθολική, η γενική εφαρμογή αρχής, νόμου, κανόνα 3. επέκταση («η γενίκευση τής συζήτησης»). [ΕΤΥΜΟΛ. < γενικεύω. Η λ. γενίκευσις μαρτυρείται από το 1849 στον Τιμολ. Δρακούλη] …   Dictionary of Greek

  • καθολικευτικός — ή, ό [καθολικεύω] αυτός που επιφέρει καθολίκευση, γενίκευση, γενικευτικός …   Dictionary of Greek

  • Έλληνες — Ονομασία με την οποία, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ήταν γνωστοί, μετά τον Όμηρο, οι κάτοικοι του χώρου που ονομαζόταν Ελλάς. Στην Ιλιάδα (Β 683, Ι 395, Ι 447), ως Ελλάς αναφέρεται μόνο η περιοχή γύρω από τη Φθία και τη νότια Θεσσαλία, και Έ. ή… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»